Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Στο αγνάντι

Κυριακή 11 Νοέμβρη, ημέρα που εκλέγανε νέο πρόεδρο <<στο ΠΑΣΟΚ>> άφησα πίσω την ηλιόλουστη Χαλκίδα και ανηφόρισα προς το Δήμο Διρφύων. Ηταν λίγο μετά το μεσημέρι, δύο μέρες πριν είχα αντικρίσει την Δίρφυ ντυμένη στα λευκά της πέπλα. Ο ολόλαμπρος ήλιος της Κυριακής είχε αρχίσει να λειώνει τα λίγα χιόνια του φθινοπώρου. Αυτή η διαπίστωση με έκανε να αφήσω τον πρώτο μου προορισμό και να στρίψω από την κάτω Στενή δεξιά ακολουθώντας την πινακίδα που ενημέρωνε ότι κατευθυνόμαστε προς "Σκούντερι". Έπειτα από δύο φορές λάθος διαδρομή βρήκα το δρόμο που οδηγούσε στο χωριό. Κατεβαίνοντας στην αρχή πέρασα ένα από τα γεφύρια που ενώνουν τους λόφους, αφήνοντας το νερό να κατεβαίνει ήρεμα προς τον Ευβοϊκό. Τα πλατάνια είχαν πάρει το χρυσαφί του φθινοπώρου, και ο ήλιος τους έκανε κόρτε στέλνοντας τις ακτίνες του. Ένα χαλί καφετί είχαν στρώσει εκείνα που έπεσαν για να "ταίσουν" αντάμα με το νερό και το χώμα τα δένδρα και πάλι απ'την αρχή να σκάσουν τα πρωτα φύλλα την άνοιξη! Ο κύκλος της ζωής που διαιωνίζεται!
Καρυδιές που είχαν παραδώσει τους καρπούς τους και λιόδενδρα φορτωμένα τον ιερό καρπό τους συμπλήρωναν αρμονικά το τοπίο.
Κοίταξα ένα γύρω, πάνω από εκείνο το μικρό λόφο η θέα γίνονταν θεά.
Στην νοτιανατολική πλευρά έβλεπες τις καμένες βουνοκορφές από τις πυρκαγιές του φετεινού καλοκαιριού να στέκουν υπερήφανα και μαύρα, ενώ από την βορειοανατολική η επιβλητική Δίρφυ ορθώνει το ανάστημα της αγναντεύοντας μια το Αιγαίο και μια τον Ευβοϊκό.
Το χωριό είναι "ήταν" κτισμένο στην κορυφή του λόφου, μια ισόπεδη κορυφή με ήπια μορφολογία εδάφους και αγνάντι μοναδικό.
Σπίτια αντικρυστά το ένα στο άλλο και πόρτες που να βλέπουν τον ήλιο την ώρα που αποχαιρετά ετούτο το τόπο. Μπροστά οι αυλές, που όταν κατοικούνταν χρησίμευαν και για την φύλαξη των ζώων τους χειμερινούς μήνες.
Πέρασνα πολλά χρεόνια από τότε που τα εγκατέλειψαν οι κτηνοτρόφοι και κατέβηκαν στις πόλεις ή στα πιο μεγάλα χωριά όπως η Στενή. Άλλωστε η κτηνοτροφία δεν έχει ψωμί σήμερα όπως εύστοχα λέει ο λαός μας. Τέσσερις κάτοικοι φυλούν τις δικές τους μοναδικές και μοναχικές θερμοπύλες εδώ με μοναδικό σκοπό να φροντίζουν τα λιγοστά τους πρόβατα.
Μέσα στα γκρεμισμένα σπίτια τα εργαλεία εφημένα στη θέση τους έτσι όπως κάποτε έστυβαν τα σταφύλια απ'τα διπλανά αμπέλια και έφιαχναν το κρασί της χρονιάς. Πιο εκεί ο χειρόμυλος και η μυλόπετρα που άλεθαν το στάρι για το ψωμί του χειμώνα θαρρείς αναπολεί τις ευτυχισμένες μέρες της δράσης του.
Μια καλά οργανωμένη κοινωνία που μοιάζει να χάνεται μέσα σε παραμύθι στα χέρια μικρού παιδιού. Απέναντι από το χωριό σε απόσταση 200 μέτρων ένας ενετικός πύργος παραδίνεται σιγά - σιγά στο έλεος της φύσης και την εγκατάλειψη των ανθρώπων, είναι κλεισμένος στην αυλή του Αι Γιώργη στο έμπα του χωριού από τη δυτική πλευρά.
Η επιστροφή έγινε από εκεί και ο δρόμος μας οδηγεί μρος τον Πούρνο δεξιά και τον Μίστρο αριστερά.
Κάπου εκεί σταμάτησα να πιούμε το ζεστό τσάι που είχαν ετοιμάσει οι καλοί φίλοι. Σε ένα μικρό αγάπης σπίτι με έπιπλα που κουβαλάνε την ιστορία σπουδαίων ανθρώπων ρούφηξα την αγάπη και το τσάι και επέστρεψα στο θόρυβο της πόλης.
Ζωή Λιβανίου - Γκίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια: